Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2007

Όταν μια βαρυστομαχιά σε βγάζει νοκ-άουτ

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας blogger-dba που έτρωγε όποτε μπορούσε (σ.τ.μ. δηλ. σε άσχετες ώρες). Ακολουθούσε όμως πάντοτε υγιεινή διατροφή και κανόνες που είχαν προκύψει μετά από χρόνια μελετών, και είχαν διατυπωθεί από μεγάλους άντρες της παγκόσμιας ιστορίας:




"Με σωστά τα υλικά, η υγεία πάει καλά"

"Η κατάχρηση στη σάλτσα φέρνει στην υγειά στραπάτσα"

"Για να δεις καλό σαν πίνεις, να σε πίνει μην τ'αφήνεις"

"Όταν έχεις ορεξούλα, όλα πάνε κατ΄ευχούλα"

Έτσι λοιπόν πάει η ιστορία μέχρι πριν δύο βδομάδες που ο blogger-dba έπεσe για ύπνο μετά από δύο γευματάκια μέσα σε 3,5 ώρες. Και τότε, συνέβει...


Οι φίλοι του τον πήραν σηκωτό και τον πήγαν στο δρουΐδη για εξιδεικευμένες εξετάσεις.


Ο δρουΐδης συνέστησε θεραπεία, δίαιτα (@^$#*&^$%$#$&^) και ξεκούραση.


Ο blogger-dba όμως ήξερε καλά (όπως και ο άλλος μεγάλος άντρας της παγκόσμιας ιστορίας) ότι "όλα αυτά είναι ανοησιές. Είμαι μια χαρά. Απλά είχα κουραστεί λιγάκι πνευματικά". Τελικά, ο δρουΐδης του έδωσε ένα μαγικό φίλτρο και ο blogger-dba μαζί με τους φίλους του γύρισαν σπίτι.


Κι έτσι, μετά από τόσες μέρες, ο blogger-dba είναι και πάλι εδώ...

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 09, 2007

Κβαντική ταχυδακτυλουργία;

Κι όμως, όσο τρελλό κι αν ακούγεται, ερευνητές στο Harvard University κατάφεραν να σταματήσουν έναν παλμό φωτός, να τον μεταφέρουν σε άλλο σημείο υπό μορφή ύλης, και να τον αφήσουν εκεί να συνεχίσει την πορεία του! Διαβάστε το...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007

Θύρα 7, 8/2/1981: "Αδέρφια ζείτε"...

To κεiμενο που ακολουθεi εiναι γραμμένο απo κάποιον που έζησε την τραγωδία της Θύρας 7. Το πρωτοδιάβασα πέρισυ στο bam.gr, όπου ο Μπάμπης Χριστόγλου το αναδημοσίευε από το redhunters.gr. Εγώ προσωπικά όταν το διάβασα δάκρυσα. Το αναδημοσιεύω κι εγώ σαν ύστατο φόρο τιμής στους 21 φιλάθλους (ανάμεσα στους οποίους και ένας της ΑΕΚ) που έχασαν τη ζωή τους την Κυριακή 8/2/1981 στη Θύρα 7 (και που τελικά κανείς υπεύθυνος δεν πλήρωσε για τα όσα συνέβησαν εκείνη την Κυριακή)...


Για τον Σπύρο, ο θάνατός του μέσα στο Καραϊσκάκη έμοιαζε με την υπέρτατη θυσία εν ώρα καθήκοντος.

«Πάμε ρε Σπυράκι να πιούμε καμία μπυρίτσα και να πειράξουμε καμία ψόφια», του έλεγα. «Τι λες ρε Μανωλιό, μυαλό κουκούτσι έχεις ! Ο θρύλος παίζει και εσύ μου λες για γυναίκες. Άσε με ρε, είμαι μικρός ακόμα για τέτοια. Έχω καιρό…», έλεγε. Όλοι νομίζαμε ότι είχε καιρό να ζήσει τη ζωή του, να χαρεί τον Ολυμπιακό του. Οι οικογένεια του, οι φίλοι του, όλοι μας . Κανείς δεν μπορούσε να αντιληφθεί ή έστω να περάσει από το μυαλό του αυτό που θα γινότανε εκείνη την μέρα και τι παγίδα μας είχε στήσει ο θάνατος…η θύρα θανάτου. Εγώ, ο Μανωλιός, 18 χρόνων τότε , Ολυμπιακός με τις ώρες μου, είχα τον Σπύρο να με βάζει σε τάξη (όπως έλεγε) και να μου θυμίζει ποια είναι η θέση μας και που έπρεπε να είμαστε όταν έπαιζε ο Ολυμπιακός… Το Σάββατο, στις 7/2, δεν κοιμηθήκαμε όλο το βράδυ. Μαζευτήκαμε στο λιμάνι, με μια μπύρα στο χέρι μέχρι το πρωί. Ξεχαστήκαμε με την κουβέντα, είχε φάει τότε μεγάλο κόλλημα με τον Γαλάκο. Όλο για αυτόν μιλούσε, ήταν τρελός και παλαβός για εκείνον. «Αύριο θα πάω, σίγουρα πράγματα! Να τον φιλήσω, να τον ακουμπήσω απλά , και μετά δεν θα πλυθώ μέχρι την άλλη Κυριακή...», έλεγε. «Δεν με χωράνε τα παπούτσια μου όταν τον βλέπω, θέλω να τα βγάλω και να τρέξω προς το μέρος του. Είναι ο θεός ο ίδιος!» μονολογούσε. «Μη βλαστημάς ρε Σπύρο», του έλεγα εγώ ο αφελής...

Πήγαμε σπίτι με τα πόδια, θυμάμαι. Από τον Πειραιά μέχρι το Χαλάνδρι, με την κουβέντα δεν καταλάβαμε τον ποδαρόδρομο. Την άλλη μέρα ο Σπύρος σήκωσε πυρετό. «Μας πήρε το αεράκι ρε Σπύρακλα», του είπα. Η κυρα Κατερίνα το θεώρησε απίθανο να σηκωθεί να πάει στον αγώνα. «Άστη να λέει, δεν χάνω τον αγώνα με τη χανούμισσα εγώ και πεθαμένος θα πάω!». Θεέ μου, τι κουβέντα...

Ξεκινήσαμε από τις 11 να κατηφορίζουμε. Όλοι οι δρόμοι ντυμένοι στα κόκκινα οδηγούσαν προς μια κατεύθυνση: Στο Καραϊσκάκη. Σε όλη τη διαδρομή, ο Σπύρος ήταν χαμένος, όπως πάντα πριν από κάθε αγώνα, τραγούδαγε και μίλαγε μόνος του. «Φτάσαμε Μανωλιό, φτάσαμε! Κοίτα το, κοίτα το, είναι παράδεισος! Παράδεισος για εμάς και κόλαση για τους άλλους», του είπα και μας έπιασαν τα γέλια.

Στις 12 ήμασταν ήδη μέσα, θύρα 7, όπως πάντα. Οι φωνές, τα τραγούδια, τα πανό, σε βάζανε αμέσως στο κλίμα. Τίποτα, μα τίποτα δεν έδειχνε ότι τα γέλια θα μετατραπούν σε κραυγές πόνου και αγωνίας και ο Χάρος θα σκέπαζε με την κατάμαυρη σκιά του το φαληρικό στάδιο...Όταν βγήκε η ομάδα, το γήπεδο άλλαξε μορφή. Τα συναισθήματα δεν μπορούσαν να περιγραφούν με λόγια, οι καρδιές μας χτυπούσαν δυνατά, όλων ,όλων μας... Έβλεπε ο καθένας μας στο πρόσωπο του άλλου, σαν να κοιτούσαμε μέσα από γυαλί, την αγάπη του για την ομάδα. Για τους παίκτες, το γήπεδο, για όλα. Τα πάντα για τον Ολυμπιακό.

Ο Σπύρος είχε ήδη εξαφανιστεί από δίπλα μου. Μετά από κάποια λεπτά, τον είδα πάνω στο κάγκελο να φωνάζει: «Γαλάκο είσαι ένας και μοναδικός!». Όλοι τραγουδούσαμε, όλοι ζούσαμε κάτι το απίθανο. Μα ο χάρος παραμόνευε…

Τα λεπτά άρχισαν να κυλούν. Το τόπι χανότανε μέσα στα πόδια των παιχταράδων μας. Ένα γήπεδο «στο πόδι», χωρίς σταματημό, ένα γήπεδο κόλαση. Μετά από το 3ο λεπτό του παιχνιδιού, με ένα τρομερό κατέβασμα που έκανε ο Γαλάκος, έβαλε το πρώτο του γκολ. Αυτό ήταν. Το γήπεδο πήρε φωτιά και μαζί με αυτό και η καρδιά του Σπύρου, ο οποίος γκρεμοτσακίστηκε από το κάγκελο μέσα στα πανηγύρια. Το κεφάλι του άνοιξε, αλλά ποιος έδινε σημασία. Ούτε ο ίδιος. Μέσα στα αίματα φώναζε: «Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ»!

«Ρε Σπύρακλα, πρόσεχε ρε. Θα σκοτωθείς ρε φίλε».

«Υπάρχει πιο γλυκός θάνατος ρε??? Να σου πω εγώ: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ»…

Τέλος του ημίχρονου.«Έλα να κάτσεις λίγο κάτω ρε τρελέ».«Κακομοίρη μου, αν σε δει η κ. Κατερίνα έτσι, θα σου το κόψει το γήπεδο μια και καλή! Δεν πρέπει να δει την κεφάλα σου σπασμένη ,ρε».«Καλά ρε, θα δούμε μετά τι θα κάνουμε, όχου...»

Το δεύτερο ημίχρονο άρχισε και ο Σπύρος έμεινε τελικά μαζί μου, δεν αισθανότανε και πολύ καλά. Όταν, όμως, ο Γαλάκος ξανακάρφωσε την μπάλα στα δίχτυα, ανέβηκε πάλι στα κάγκελα και χοροπήδαγε σαν το κατσίκι... «Οικονομόπουλε, να τον προσεχείς αυτόν, θα σου καρφώσει κι αλλά!», έλεγε στον τερματοφύλακα. Τα γκολ διαδέχονταν το ένα το άλλο. Η καρδιά μας είχε βγει από τη θέση της και έκανε και αυτή τις βόλτες της μέσα στο γήπεδο. Ο Κουσουλάκης και ο Ορφανός είχαν ήδη βάλει από ένα γκολ. Το σκορ ήταν 4-0 και το γλέντι φούντωνε, γλέντι που έγινε ακόμα πιο ξέφρενο έπειτα από την τρελή κούρσα του Βαμβακούλα και το 5-0. Το Όνειρο που ζούσαμε, ένα πραγματικό γεγονός πλέον, έφτασε στην αποκορύφωση του όταν ο Μάικ Γαλάκος στο 84' έκανε το 6-0. Δεν θέλαμε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή, τίποτα άλλο δεν θα έφερνε την καρδιά μας σε τέτοιο παραλήρημα. Και έτσι, ξαφνικά, όλα άρχισαν...

«Πάμε ρε! Πάμεεεεεε!!!»

«Που πάνε όλοι, ρε Σπύρο, που να πάμε;»

«Πάμε ρε σου λέω, πάμε να τους βρούμε ρεεεεε! Τα αγόρια μας, τους άρχοντες μας, πάμε που σου λέω!»

«Κάτσε ρε Σπύρο, δεν τελείωσε, ένα λεπτό έχει ακόμα, κάτσε…»

Που να ακούσει... «Γαλάκο, σου ‘ρχομαι!», φώναζε. Άρχισε να τρέχει προς την έξοδο μαζί με τόσους άλλους. Τρέχαμε όλοι μαζί, με το μάτι να γυαλίζει από χαρά και περηφάνια. Κοντά στο πρώτο σκαλί, πήγα να τον πιάσω. «Μη χαθούμε, ρε!», του φώναζα. Λίγο πριν το πρώτο σκαλί τον είδα, ξαφνικά, να χάνεται, να πέφτει... Να πέφτουν όλοι από πάνω του, ο ένας μετά τον άλλον, με φόρα, με ορμή. Παντού φωνές, κραυγές, σπαραχτικές κραυγές... «Ρεεεεεεεεεεεε! Ρεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε!!!», φώναζα. «Σταματήστε, πέσαμε ρεεεεε!!!».

Η φωνή μου ένα τίποτα μέσα στον όχλο, όλοι τρέχανε όλο και πιο πολύ, χωρίς να ξέρουν ότι από κάτω βρίσκεται κόσμος.«Ανοίξτε Ρεεεεεεεε!!! Ανοίξτε καθάρματα τις πόρτες!!! Ανοίξτε, γαμώ το στανιό μου...ΣΠΥΡΟΟΟΟΟΟ, που είσαι Ρεεεεεε...ανοίξτε μαλάκες!!! Μηηηηηηη, μην τρέχετε, είμαστε κάτω ρεεεεεεε!!!»...

Λόγια, οδύνης λόγια χαραγμένα σαν από κοφτερή λεπίδα πάνω στην καρδιά μου. Είχαν πέσει από πάνω μου παιδιά και από κάτω μου άλλα να φωνάζουν σπαρακτικά. Μετά από κάποια ώρα, κατάφερα να σηκωθώ, ενώ ακόμα παλικάρια, το ένα μετά το άλλο, έπεφταν κάτω στις σκάλες…Βλέπω, μέσα στο χαλασμό, τον Σπύρο σφηνωμένο στη γωνία της πόρτας. Ένα κουβάρι να φωνάζει: «Ααααααααααααα το κεφάλι μου, το κεφαλάκι μουυυυυυ...'. Πήγα κοντά του. Του έβγαλα το κεφάλι μέσα από το κάγκελο. Ήταν σαν ένα ξένο σώμα πάνω του, δεν το αισθανόταν. Βρήκαμε ένα άνοιγμα, μια τρύπα που προσπάθησαν να ανοίξουν στην πόρτα. Βγήκαμε έξω. Έσυρα σαν τσουβάλι τον Σπύρο στον περίβολο της θύρας, και τον πήρα στην αγκαλιά μου. Δεν ένιωθε τίποτα πάνω του. Του στερέωσα το κεφάλι στο τοίχο. Έβαλα τα κλάματα.. Δεν θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει ούτε η μανά του έτσι όπως ήταν...

«Σπύρο...μίλα ρε φίλε, ΜΙΛΑΑΑΑ!!!»

«Πονάω...το κεφάλι μου...πονάω…τι γίνεται;...Tι έγινε;...Πονάω Μανωλιό. Πονάωωωωωω...»

«Σώπα, σώπα. Έρχονται ρε, έρχονται. Θα σε φτιάξουν ρε, μη μιλάς...σώπα...»

«Γιατί φωνάζουν; Τι γίνεται ρε Mανωλιό. Τι γίνεται, τι μας κάνανε.»

«Τίποτα, σταμάτα αγόρι μου, έρχονται».

Τον αφήνω, πάω προς την είσοδο να βοηθήσω. Περνάω το χέρι μου μέσα από την τρύπα, 10 άτομα το αρπάζουν. Προσπαθούσαν να γλιτώσουν, να βγουν. Δεν μπορούσα να πιάσω κανέναν. Έπιανα ένα χέρι, αλλά ήταν αδύνατον να ξεχωρίσω το υπόλοιπο σώμα. Μια μάζα όλα, χέρια, πόδια, μυαλά, όλα ένα...Έξω από την είσοδο κόσμος να τρέχει να βοηθήσει, πανικός κραυγές, κραυγές που σου έκαιγαν την ψυχή. Όλα μια κόλαση…Τα πρώτα ασθενοφόρα έφτασαν. Έτρεξα στον Σπύρο.

«Σπύρακλα, έλα φτάσανε, έλα πάμε στο γιατρό, πάμε! Ακούς; θα σε πάρω αγκαλιά να σε πάω μέχρι εκεί, ακούς;... Κάνε υπομονή ήρθαν.»Δεν μιλούσε. Τα μάτια του τρεμόπαιζαν κλειστά, δεν μίλαγε, δεν κουνιόταν. Τα έχασα...

«Όχι ρε! Όχι...Σπύρο, κάνε κουράγιο, ήρθανε ρε. Έλα, και θα σου φέρω τον Γαλάκο να σε δει, ακούς;...ακούς Σπύρο μου;...έλα πάμε, πάμε αγόρι μου, πάμε...»Τον παίρνω στην αγκαλιά μου. Το κεφάλι του κρεμότανε κάτω. Τον πάω στο πρώτο ασθενοφόρο που είδα μπροστά μου, είχαν μέσα αλλά δυο παιδιά. «Πάρτε τον, πάρτε τον σας παρακαλώ. Δεν μιλάει, δεν σαλεύει, πάρτε τον!»«Στο δίπλα, είναι άδειο. Στο δίπλα...»μου λέει ο νοσοκόμος. Πάω δίπλα, τον παίρνει ένας γιατρός, τον βάζουν στο φορείο, του περνάνε ορούς και τη μάσκα οξυγόνου και στο τέλος του φοράνε ένα κολάρο στο λαιμό. Μπαίνουμε μέσα και κατευθυνόμαστε προς το Τζάνειο. Στη διαδρομή, ο νοσοκόμος του μέτραγε την πίεση και του έκανε συνέχεια ενέσεις.

«Γιατρέ τι...τι γίνεται, πες μου...πες, ζει; Θα γίνει καλά; Πες μου, σε παρακαλώ, είμαι φίλος του, πες μου!»

«Πρέπει να έχει σπάσει το λαιμό του, δύσκολα...θα δούμε...»

«Όχι ..όχι ρε Σπύρο, μη μου το κανείς αυτό, όχι...έλα, ξύπνα! Ξύπνα!!!»Με έπιασε πανικός. Έπεσα πάνω του και άρχισα να τον κουνάω πέρα δώθε. Του έβγαλα τον ορό από το χέρι κατά λάθος. Δεν καταλάβαινα τι μου γινόταν. Κρύωνα, ίδρωνα, είχα πάθει σοκ. Ο γιατρός με τράβηξε μακριά, έβαλε τον ορό στον Σπύρο και μου είπε ότι δεν του κάνω καλό με αυτό τον τρόπο. Με ρώτησε αν ήθελα να μου κάνει μια ηρεμιστική ένεση. «Όχι δεν θέλω τίποτα, καλά είμαι», του είπα.

Φτάσαμε στο νοσοκομείο. Ήδη ο πανικός είχε μεταφερθεί εκεί. Βγήκαμε, πήραν τρέχοντας στην εντατική τον Σπύρο. Εγώ πήγα στα ιατρεία να μου περάσουν μια γάζα στο κεφάλι, το είχα σκίσει. Μετά βγήκα και περίμενα τα νέα για το φίλο μου. Άρχισα να κλαίω, μόλις συνειδητοποιούσα τι είχε γίνει. Ζήτησα από τους γιατρούς να πάρω τηλέφωνο την οικογένεια του Σπύρου. Πήρα τηλέφωνο σπίτι του...

«Μαρία, δώσε μου τη μαμά σου...κυρία Κατερίνα...»…δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου…

«Μανωλιό, πες μου ότι είσαστε καλά! Βλέπουμε τηλεόραση, μάθαμε τι έγινε, πες μου μόνο αυτό...γιατί κλαις αγόρι μου; Μην κλαις, πέρασε τώρα...δώσε μου τον Σπύρο να ησυχάσω, δώσε μου να του μιλήσω στο τηλέφωνο...»

«κ. Κατερίνα, ελάτε από δω...δεν είναι καλά ο Σπύρος».

Η γυναίκα έπεσε, λιποθύμησε στο λεπτό. Επικράτησε πανικός. Ο θείος του πήρε το τηλέφωνο σαν πιο ψύχραιμος, ο πατέρας του είχε πεθάνει και ο θειος του ήταν σαν δεύτερος πατέρας για αυτόν. Του εξήγησα τι είχε συμβεί... Σε 15 λεπτά φτάσανε. Το χάος έξω από το νοσοκομείο επιβάρυνε την κατάσταση της κυρίας Κατερίνας, η οποία έχασε πάλι τις αισθήσεις της. Την πήγαν οι γιατροί να ξαπλώσει. Ο θείος του Σπύρου έκλαιγε ασταμάτητα...Πήγε να τον δει...Όταν βγήκε δεν μας μίλησε. Κατευθύνθηκε προς την έξοδο, πήρε φόρα, και κοπάνησε τη γροθιά του στον τοίχο...

«Γιατί Θεέ μου...» Φώναξε, «ΓΙΑΤΙ; Γιατί το παλικάρι μου ρε......»

Η μικρή του αδερφή έτρεξε προς το μέρος του, του έπιασε το πόδι και άρχισε να κλαίει. Αυτή την εικόνα την έβλεπες παντού, σε κάθε γωνία μέσα στο νοσοκομείο. Στο νεκροθάλαμο μαζεύονταν συνέχεια συγγενείς προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν τους δικούς τους ανθρώπους. Συνεχείς λιποθυμίες …οι γιατροί τρέχανε να δώσουν τις πρώτες βοήθειες. Εγώ, η μητέρα του, ο θειος του και οι αδερφές του καθόμασταν και περιμέναμε με αγωνία να έρθει κάποιος να μας πει κάτι, το παραμικρό. Νοσοκόμες και γιατροί πήγαιναν μέσα έξω συνεχώς. Δεν τις κοιτούσα ποτέ, δεν ήθελα να έρθουν προς το μέρος μας. Ένα παιδί μετά το άλλο έφευγε από τη ζωή. Όλοι μπαίνανε στον ψυχρό θάλαμο με μια ελπίδα , να μην είναι ο δικός τους άνθρωπος ένας από τα σκορπισμένα πτώματα κάτω στο δάπεδο του νεκροτομείου. Τα περισσότερα θύματα δεν είχαν ταυτότητα πάνω τους,οπότε έπρεπε να γίνει αναγνώριση από τους συγγενείς. Δεν υπάρχει ποιο τρομακτικό πράγμα να είσαι με την αμφιβολία να περιμένεις τη σειρά σου να μπεις σε εκείνο το δωμάτιο , μη ξέροντας αν θα βγεις με το παιδί σου νεκρό στα χέρια σου.

Η ποιο συγκλονιστική αναγνώριση ήταν του πιο μικρού παιδιού , του Παναγιωτάκη Τουμανίδη. Οι θείοι του , όταν τον αναγνώρισαν, άρχισαν με λιγνούς να του φωνάζουν «Αυτό…αυτό είναι το παλικάρι μας. Σήκω Παναγιώτη μου.. σήκω αγόρι μου να φύγουμε σήκω λεβέντη μουυυυ». Ήταν απίστευτο όλο αυτό που βλέπαμε και ακούγαμε , που επιβάρυνε ακόμα ποιο πολύ την κατάσταση μας, ενώ περιμέναμε νέα από τους δικούς μας ανθρώπους. Μανάδες πέφτανε στο πάτωμα, πατεράδες ξεσπούσαν με γροθιές στους τοίχους από την οδύνη .

Ξαφνικά είδα ένα γιατρό να κατευθύνεται προς εμάς. Δεν το ήθελα, αλλά η ώρα είχε φτάσει...πλησίασε προς το μέρος μας. Το ύφος του, παγερό αλλά ταυτόχρονα γεμάτο θλίψη. Η μητέρα του κατάλαβε…άρχισε να κλαίει και να φωνάζει το όνομα του παιδιού της, του Σπυράκου. «Σπύρο μουουου...αγόρι μου...όμορφε μου...». Όλοι πέσανε πάνω της να την κρατήσουν. Ο γιατρός γύρισε σε εμένα, τα μάτια μου τρέχανε, δεν έβγαλα μιλιά. Μίλησε αυτός. «Λυπάμαι, το χάσαμε το παλικάρι, λυπάμαι ειλικρινά», είπε. Έπεσα, κάθισα στο πάτωμα. «Όχι ρε Σπύρο, Όχι ρε φίλε...ΦΙΛΕ ΜΟΥ…ΚΑΛΕ…ΟΧΙ»

Ήταν το τέλος μιας ζωής, μόλις 18 χρόνων. Μιας ζωής που μου χάρισε πολλά και μου πήρε αλλά τόσα. Ήταν ο φίλος μου, ο αδερφός, ένα κομμάτι από τη ζωή μου, από την ψυχή μου. Ο άνθρωπός μου, ο ΣΠΥΡΑΚΛΑΣ.

Ημερομηνία θανάτου: 8/2/81, Ώρα θανάτου: 20:30

Τώρα, 24 χρόνια μετά, μεγάλος πια και εγώ, παντρεμένος με δύο παιδιά, τον Σπύρο και τη Νεφέλη...δεν ξεχνάω ποτέ το φίλο μου τον Σπύρο, που χάθηκε άδικα, που έφυγε από τη ζωή χαρούμενος για την ομάδα του, με το χαμόγελο στα χείλη και το όνομα του Γαλάκου μέσα στην ψυχή του. Πέθανε πάνω στο καθήκον, πέθανε για τη μεγάλη του αγάπη, τον Ολυμπιακό. Πέθανε όμως και εξαιτίας της απροσεξίας και της ανευθυνότητα κάποιων . Η οργή μετά από τόσα χρόνια έχει εξασθενήσει και την έχει διαδεχθεί η λύπη και η θύμηση αυτών των παιδιών. Στην κηδεία του Σπύρου ήρθε ο «μοναδικός του», Ο Μάικ Γαλάκος. Ο παίκτης που τον έκανε να τρέξει στα 'σκαλιά του θανάτου' για να τον συναντήσει. Ένα τηλέφωνο στον Ολυμπιακό αρκούσε. Σημαίες, φανέλες, κασκόλ. Τον συνόδευσε και μια φανέλα ακουμπισμένη στην κοιλιά του, με την υπογραφή του Μάικ: «Θα σε θυμόμαστε πάντα παλικάρι μου.»...Γαλάκος

Όταν μετά από μήνες κόπασε ο θόρυβος από όλη την ιστορία, η οικογένεια του Σπύρου είχε ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα . Ήταν ο κύριος Νταϊφάς. Ήθελε να εκφράσει προσωπικά τη λύπη του για το θάνατο του Σπύρου. Δεν ήθελε, είπε, να πάρει πιο πριν, γιατί οι οικογένειες των παιδιών χρειαζόντουσαν ηρεμία. Όλοι οι παίκτες τότε είχαν πάθει σοκ από όλα αυτά τα γεγονότα. Επισκέπτονταν το τραυματισμένα παιδιά και τις οικογένειες των θυμάτων με δάκρυα στα μάτια. Αρκετοί από αυτούς έδωσαν προσωπικά αρκετά χρήματα στις οικογένειες. Είναι χαρακτηριστικό ότι 2 από τα 21 θύματα ήταν φίλοι του Νίκου Αναστόπουλου, ο οποίος είχε προμηθεύσει ο ίδιος τα παιδιά με τα εισιτήρια της 'μαύρης θύρας'. Ήταν ο Μιχάλης Μάρκου με την αρραβωνιαστικιά του Χαϊρατίδου Ζωγραφιά. Σκοτώθηκαν και οι δυο εκείνη τη μέρα. Θυμάμαι τον Μάικ Γαλάκο, ο οποίος έλεγε ότι μια ώρα μετά το τραγικό γεγονός… καθότανε στο γήπεδο και κοιτούσε τη θύρα 7 μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Έλεγε ότι είναι απίστευτο να βάλει ο νους του πως τα παιδιά που ήταν εκεί, που τραγουδούσαν το όνομα του θρύλου, που γιόρταζαν το θρίαμβο του Ολυμπιακού, αυτά τα παιδιά ..ποδοπατήθηκαν από τη χαρά τους για τη μεγάλη νίκη την ίδια στιγμή που εμείς πανηγυρίζαμε στα αποδυτήρια το αποτέλεσμα….

Από τότε ξαναπήγα στο γήπεδο, όχι αρκετές φορές όμως. Θυμάμαι πως όταν περνούσα έξω από το Καραϊσκάκη, ο πόνος γινόταν αβάσταχτος. Προσπαθώ ακόμα και τώρα να λέω στα παιδιά μου για εκείνη τη μοιραία μέρα. Τους έχω πει τα πάντα για τον ΣΠΥΡΑΚΛΑ, ο μικρός μου γιος πήρε το όνομά του. Η ζωή μου όλη περιστρέφεται γύρω από αυτό το γεγονός θέλοντας και μη. Από τότε κάθε οικογένεια ζει το δικό της δράμα. Η μοίρα έπαιξε πολύ σκληρό παιχνίδι τη μαύρη εκείνη ημέρα. Πολλές οικογένειες διαλύθηκαν , όπως η οικογένεια του 14χρονου Παναγιώτη Τουμανίδη. Μετά το θάνατο του Παναγιώτη πέθανε ο πατέρας, η γιαγιά του και η αδερφή του 26χρόνων. Υπάρχουν πολλοί που κατηγορούν τον Ολυμπιακό και το φανατισμό που είχαν αυτά τα παιδιά για την ομάδα. Δεν είναι έτσι, όμως. Ο Ολυμπιακός αυτός είναι, των μεγάλων συγκινήσεων. Δεν φταίει σε τίποτα ούτε αυτός, ούτε η αγάπη, ούτε ο φανατισμός, ούτε τίποτα. Μόνο η εγκληματική αβλεψία μερικών, οι οποίοι δεν τιμωρήθηκαν ποτέ, μα ποτέ. Αν δεν είχαν ανοίξει τη θύρα 8 ,τα θύματα θα ήταν πολύ περισσότερα. Η θύρα 7 ήταν η μοναδική θύρα του σταδίου που δεν οδηγούσε κατευθείαν στις κερκίδες. Στο τέλος της σκάλας υπήρχε μια στοά σκοτεινή περίπου 50 μέτρα που έφτανε μέχρι την εξέδρα. Όταν έβγαινες από το γήπεδο δεν μπορούσες να δεις αν υπήρχε κόσμος στη σκάλα ή αν οι πόρτα είναι ανοιχτή. Ακόμα και τώρα, δικαιολογώ απόλυτα τα παιδιά που πήγαν ώρες μετά για να βρουν τους υπεύθυνους για όλη την τραγωδία. Δεν είχε, όμως, κανένα νόημα πλέον. Μπορεί το δικαστήριο να τους αθώωσε όλους, αλλά οι τύψεις θα τους ακολουθούν μέχρι να πεθάνουν….

Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, δίνω το «παρών» μαζί με όλη την οικογένειά μου στο μνημόσυνο για τα 20 παιδιά και τον ένα αδερφό μου, που χάθηκαν έτσι ξαφνικά .Δεν ξεχνώ, πάντα τιμώ. Όταν πήγα για πρώτη φορά στο νέο Καραϊσκάκη, τα πόδια μου κόπηκαν. Η θυσία αυτών των παιδιών είχε επιτέλους αντίκρισμα. Πήγα μαζί με τις αδερφές και το θείο του Σπύρου, βρεθήκαμε πάλι στο μέρος που άφησε την τελευταία του πνοή, πνοή την οποία αφιέρωσε στην αγαπημένη του ομάδα, στο ιδανικό της ζωής του. Στον Ολυμπιακό του, στον Ολυμπιακό μας.. Ήταν αβάσταχτος ο πόνος και τα δάκρια ασταμάτητα. Η φράση «Αδέρφια, ζείτε, εσείς μας οδηγείτε», τρύπησε την καρδιά μας. Μας έλειπε, μας έλειπε πολύ….

Πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Στην κερκίδα του Τορίνο, το 2000, αν δεν κάνω λάθος, δημιουργήθηκε ένα σύνθημα: «Θεέ μου, κάνε μου ένα χατίρι, κάνε αλήθεια ένα όνειρο τρελό, μαζί με εμάς να δούνε και οι νεκροί μας, το Θρύλο μας στον τελικό». Τρελάθηκα όταν το άκουσα. Δείχνει πως ο ολυμπιακός λαός, γενιά με τη γενιά, δεν ξεχνάει ούτε στιγμή αυτά τα παιδιά. Αν γυρίσω 24 χρόνια πριν, θυμάμαι ότι όλος ο αθλητικός κόσμος (ανεξάρτητα από ομάδα και χρώμα) είχε συγκλονισθεί. Ο Παύλος Γιαννακόπουλος προσέφερε αρκετό αίμα στο νοσοκομείο , ανάμεσα σε πολλούς άλλους μαζί και όλη η ομάδα του Ολυμπιακού. Από τους πρώτους ήταν ο Κυράστας και ο Καραβίτης. Η κυρία Λόλα Νταϊφά ήταν είναι και θα είναι πάντα κοντά στις οικογένειες των θυμάτων, όπως επίσης και οι Σωκράτης και Πέτρος Κόκκαλης , υπάρχουν πράγματα που έχουν κάνει και δεν τα έχει μάθει κανείς. Αυτή είναι η πιο ουσιαστική βοήθεια και η πιο αληθινή. Τότε τα χρήματα και οι 350 χιλιάδες που έδινε στις οικογένειες η κυβέρνηση ήταν ένα τίποτα. Τι να κάνουν τα λεφτά σε μια μάνα μπροστά στην απώλεια του παιδιού της;;;;;;; Δυστυχώς κανένας δεν μπήκε στον κόπο να ψάξει υπεύθυνα τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτήν την τραγωδία. Η ανάκριση δεν είπε ποτέ επίσημα , αν η πόρτα ήταν κλειστή ή ανοικτή , μόνο εμείς που ποδοπατηθήκαμε, χάσαμε τις αισθήσεις ,για αρκετή ώρα την αναπνοή μας, πεθάναμε…ξέρουμε και είναι ντροπή μπροστά σε μια τέτοια τραγωδία να κρύβουμε την αλήθεια. Θύμωσα και η οργή μου ξεπερνάει τα όριά μου όταν , ακόμα και τώρα, διαβάζω σε διάφορα βιβλία ότι η πόρτα ήταν ανοικτή. Σήμερα, αυτά που βλέπουμε και ακούμε εις βάρος των θυμάτων της Θύρας 7, αυτήν την ιεροσυλία που πράττουν κάποιοι υπάνθρωποι, είναι απαράδεκτη. Ξέρω ότι κάθε ένας που βρίζει τους νεκρούς της θύρας 7, θα το βρει μπροστά του, αν δεν το έχει ήδη βρει. Όσο σκληρό και αν ακούγεται, είναι αυτό που αισθάνομαι. Καλά όλα, καλές οι ομάδες, οι οπαδοί, αλλά το σημαντικότερο είναι να μη γίνονται τέτοια πράγματα και ο καθένας να γυρίζει σπίτι του αρτιμελής. Να πηγαίνει, αλλά να γυρίζει κιόλας. Το σύνθημα «Θρύλε, θυμήσου, πρωταθλητή σε θέλουνε ακόμα και οι νεκροί σου», μας ταρακουνάει όλους.

Όταν μια διοργάνωση κατακτάται, είναι παράδοση το τρόπαιο να σηκώνεται ψηλά... Από τις 8/2/81 και έπειτα, όμως, οι παίκτες του Ολυμπιακού το σηκώνουν τόσο ψηλά, ώστε να μπορέσουν και τα αδέλφια μας που είναι εκεί, να το ακουμπήσουν...

Στη μνήμη του φίλου και αδερφού μου ΣΠΥΡΟΥ…….!!!!

Τρίτη, Φεβρουαρίου 06, 2007

Κι αν μου κάτσει;

Λες; Πλάκα θα έχει να μπορέσω να δω ζωντανά τελικό Champions League (έστω και χωρίς το Θρύλο μας, Σωκράτη ακούς;).

Στο σπίτι του κρεμασμένου...

δε μιλάνε για σχοινί. Γιατί αν δεν μπορείς να κερδίσεις:

  • όταν παίζεις με 11 εναντίον 10 (ακόμα και να δε σου δίνουν πέναλτυ),
  • όταν παίζεις με νέα παιδιά απέναντι σε 35άρηδες-"γερόντια",
  • όταν λες ότι πας να διεκδικήσεις το πρωτάθλημα και δέχεσαι δύο γκολ μέσα στα τελευταία 2 λεπτά του πρώτου ημιχρόνου,
τότε δεν πρέπει να μιλάς και να ψάχνεις να βρεις αστεία κόλπα για να δημιουργήσεις εντυπώσεις.

Υ.Γ. "Ντεμίνιο", τα χρόνια που ανέβαινες στην σκεπαστή ξαναθυμήθηκες; Οι φίλοι σου όμως της Original δεν τρώνε κουτόχορτο. Ψάξε στα πανό τους για να βρεις απαντήσεις στην απορία σου γιατί δεν κερδίσατε προχθές. Σε ένα πάντως από αυτά έγραφαν:

"Ντέμη δίνεις οπαδούς, δώσε λεφτά και για παίκτες"

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 01, 2007

No news good news (?)

... ίσως κι έτσι, ίσως όμως και να πήζω. Σε κάθε περίπτωση, όποιος με διακόψει σήμερα, θα !$#@_)*^$$%@

Υ.Γ. εγώ φίλε adamo σου τα έλεγα πριν από ένα μήνα (όπα, έγινα και "Κασσάνδρα" τώρα :-). Εσύ τώρα πού ΠΑΣ;

Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2007

Battle of the Planets (ή... Ομάδα G στα Ελληνικά)

Κοίτα να δεις τι θυμηθήκαμε τώρα.

Ομάδα-Τζι, Οδύσσεια του Διαστήματος, Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος... Εικόνες από τηλεοπτικές σειρές από το παιδικό -και αθώο- παρελθόν μας.

Αλλά και κόμικ εικονογραφημένα, που περίμενα πώς και πώς να φτάσει η Τετάρτη ή η Πέμπτη για να πάω στο περίπτερο να αγοράσω ή ακόμα και να τα ... βουτήξω :-), αν δεν είχα καταφέρει να μαζέψω τα λεφτά από το χαρτζιλίκι μου (α, ρε κακόμοιρε μουστάκια περιπτερά, πόσα περιοδικά σου φάγαμε έτσι με την παρέα στη γειτονιά). Μάχη, Μπλέκ, Αγόρι, Περιπέτεια, Τρουένο, Ερίκ Καστέλ...

Λέω να κάνω ένα review με τέτοια cartoons που παρακολουθούσαμε σα παιδιά κι εμείς. Θα αρχίσω να ψάχνω και σύντομα θα κάνω update στο post με όποια πληροφορία βρω (links, images κ.λπ.)

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007

Αποχαιρετώντας έναν φίλο...

Σάββατο 20 Ιανουαρίου, ώρα 09:30. Κοιτάζω το POLO που αγοράσαμε πριν από 7 και κάτι χρόνια (τον Οκτώβρη του 1999) και προσπαθώ να χαμογελάσω. Γαμώτο, πρέπει να είμαι χαρούμενος θεωρητικά, αφού την ίδια στιγμή παραλαμβάνω το νέο μας αυτοκίνητο, πιο σύγχρονο, πιο μεγάλο, πιο άνετο, με ένα σκασμό από ηλεκτρονικά συστήματα που συνήθως αναφέρονται με τρία γράμματα (π.χ. ABS, EBD, TRC κ.ο.κ.) και στοχεύουν στη μέγιστη δυνατή ασφάλεια των επιβατών, αυτό δηλαδή που λέμε σύγχρονο οικογενειακό αυτοκίνητο (για την ιστορία, πρόκειται για το νέο Toyota Avensis). Κι όμως, την ίδια στιγμή είμαι χαρούμενος και θλιμμένος.

Ό,τι τελειώνει πονάει, κι είναι δύσκολο... (παραφράζοντας το στίχο)

Ένα σωρό σκέψεις περνάνε από το μυαλό μου. Μήπως δεν έπρεπε να το δώσουμε; Μήπως έπρεπε να το κρατήσουμε; Ποιος θα το αγοράσει άραγε; Θα το προσέχει όπως κι εγώ εδώ κι εφτά χρόνια; Αυτή είναι μάλλον η τελευταία φορά που το βλέπω. Αυτές είναι ίσως οι τελευταίες ζωντανές εικόνες του μπροστά μου.

Εικόνες μπροστά μου... και την ίδια στιγμή, ένα σωρό άλλες εικόνες περνάνε στο μυαλό μου και βοηθούν στο να βρει επιτέλους διέξοδο αυτό το δάκρυ που ώρα τώρα πασχίζει να κυλίσει. Η πρώτη φορά που το είδα με τη Γιούλη, η πρώτη μας εκδρομή στο Ναύπλιο (σκέτη καταστροφή, με ξαφνική απίστευτη καταιγίδα που κράτησε 5 ώρες, όσες και οι ώρες που μας πήρε να γυρίσουμε στην Αθήνα), η διαδρομή από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στα Ιλίσια μέχρι το ξενοδοχείο Park τη μέρα του γάμου μας (η καλύτερη και πιο χαρούμενη διαδρομή της ζωής μου, με τους Blues Brothers στο φουλ στη σιντιέρα και τον κόσμο σε ένα τρόλλευ δίπλα μας να γελάει και να χορεύει μαζί μας), η διαδρομή από το Μαιευτήριο Έλενα μέχρι το σπίτι μας με τον άλλο μεγάλο έρωτα της ζωής μου, την Μαριανίνα μας, για πρώτη φορά μαζί μας... Αλλά ακόμα και στιγμές που έκλαψα ή κλάψαμε μέσα στο Polo μας, που στενοχωρηθήκαμε, που μαλώσαμε και μετά τα ξαναβρήκαμε, που τσακώθηκα με τον μπροστινό μου για μια θέση πάρκιν.

Η πρώτη αγάπη είναι και παντοτινή... και έτσι και θα μείνει.

Το Polo μας είναι εκεί απέναντί μου, σα να με κοιτάζει κι αυτό απορημένο. Το ακουμπάω για μία τελευταία φορά και φεύγω χαμογελώντας. Ολες οι ευχάριστες στιγμές που περάσαμε μαζί του θα είναι πάντα μέσα μου, με το πολάκι μας σε περίοπτη θέση.

7 χρόνια, 3 μήνες και 18 ημέρες... μια ολόκληρη ζωή.




Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007

Κλήση για υπερβολική... ταχύτητα 79 χ.α.ω.

Την περασμένη Πέμπτη έφαγα κλήση στην Κρήτη, στο δρόμο Ιεράπετρας-Αγίου Νικολάου, σε ευθεία περίπου 800 μέτρων εκτός κατοικημένης περιοχής, επειδή έτρεχα με την εξωφρενική ταχύτητα των 79 χλμ την ώρα ενώ το όριο ήταν 50 χλμ την ώρα. Το μπλόκο ήταν στημένο μετά από κάθετη διασταύρωση, πίσω από ψηλά δέντρα που είχαν ένα μικρό κενό ανάμεσά τους, και σημάδευε την αρχή της παραπάνω ευθείας η οποία είχε μικρή κατηφορική κλίση (δείτε και τη διπλανή κάτοψη - click για μεγέθυνση). Όταν ρώτησα αν είναι λογικό στην παραπάνω ευθεία (εκτός κατοικημένης περιοχής) το όριο να είναι στα 50 χ.α.ω., η απάντηση που πήρα (ορθά-κοφτά) ήταν "Τα παράπονά σας στη νομαρχία. Αυτή βάζει τα σήματα". Η συνέχεια της απάντησης θα έπρεπε να είναι "Εμείς είμαστε εδώ κρυμμένοι για να σας πιάνουμε να τρέχετε σα τρελλός με 79 χ.α.ω.".

Φυσικά, το γεγονός ότι το αυτοκίνητό μου (POLO 16V για όσους δε θυμούνται ή δε γνωρίζουν) ήταν γεμάτο μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, με 6 μεγάλα πλαστικά τελάρα στο πίσω κάθισμα γεμάτα πορτοκάλια, μανταρίνια, λαχανικά, και 4 μπιτόνια λάδι των 20 λίτρων το καθένα, άσε τη βαλίτσα μου και τις τσάντες που είχα επίσης με εργαλεία και οτιδήποτε άλλο χρειαζόμουν στα χωράφια που πήγαινα, δεν τους έκανε καμιά εντύπωση. Ασε που φαρμακείο και πυροσβεστήρας ήταν (λόγο του φορτίου) σε μη εύκολα προσπελάσιμο σημείο σε περίπτωση κινδύνου. Το λογικό θα ήταν να με γράψουν για υπερβολικό φορτίο και όχι για "υπερβολική" ταχύτητα.

Αλλά η ουσία είναι ότι οι αξιότιμοι κύριοι τροχονόμοι ήταν εκεί καθαρά και φανερά για εισπρακτικούς λόγους (33 ευρώ ανά κλήση για "υπερβολική" ταχύτητα). Να μην αναφέρω ότι το μπλοκάκι που έγραψαν την κλήση ήταν σχεδόν γεμάτο.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

Επιστροφή από τη φύση (ή αλλιώς: η μυσταγωγία της ελιάς)

Να 'μαι λοιπόν πάλι στο πολιτισμένο μου γραφείο, που μου παρέχει όλες τις σύγχρονες ανέσεις, που με προφυλλάσει από τις καιρικές συνθήκες, που μου δίνει τη δυνατότητα μέσω της τεχνολογίας να δημιουργώ μόνος μου τον (εννίοτε και κακό του) καιρό του σα να είμαι ένας μικρός θεός. Κι όμως, ήδη μου λείπουν αυτές οι λίγες ημέρες που πέρασα εκεί στον Πάνω Πεύκο του νομού Ηρακλείου μαζεύοντας ελιές (για όσους παραξενεύονται από το χρονικό σημείο, να σημειώσω ότι στην Κρήτη το μάζεμα της ελιάς γίνεται αργότερα απ' ό,τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ελλάδα, λόγω θερμότερου κλίματος).

Ξεκινώντας το πρωί στις 8 και φτάνοντας μέχρι να χαθεί και η τελευταία αχτίδα του ήλιου, δεν ακούς τηλέφωνα να χτυπούν, δε πηγαίνεις σε συναντήσεις (ελληνιστί meetings), δεν τρέχεις για να δεις τι στο καλό ήταν αυτό το ORA-600 που "χτύπησε" στη βάση σου. Αντίθετα, το μόνο που ακούς είναι την ίδια τη φύση γύρω σου, αυτό που νιώθεις είναι τον καρπό να σε χτυπάει στο κεφάλι και σε όλο το κορμί σου καθώς ραβδίζεις (τρόπος του λέγειν, αφού πλέον δεν χτυπάς -δηλ. ραβδίζεις- τα κλαδιά για να πέσει ο καρπός αλλά ουσιαστικά χτενίζεις τα κλαδιά με τη μηχανοκίνητη ράβδο-χτένα) σαν ένα είδος βροχής. Εντάξει, ακούς και τη γεννήτρια που παράγει το ρεύμα για τις ράβδους, αλλά στο τέλος μάλλον τα αυτιά σου και το μυαλό σου επιλέγουν να ακούν μόνο αυτά που θες να ακούν εκεί που βρίσκεσαι.

Και όταν κάθεσαι για λίγο για να ξεκουραστείς και να πάρεις δυνάμεις για να συνεχίσεις, τότε αυτή η θέα που σου προσφέρεται απλόχερα μπροστά σου, να έχεις σε υψόμετρο 800 μέτρων όλο το Λιβυκό Πέλαγος στα πόδια σου και τα χρώματα του ουρανού λίγο πριν από το σούρουπο να κάνουν απίστευτα παιχνίδια πάνω στη θάλλασα, δεν αλλάζεται με τίποτε άλλο στον κόσμο. Όπως και δεν είναι δυνατόν να αιχμαλωτίσεις σε ένα κομμάτι χαρτί όλα αυτά τα λαμπιρίσματα, όλη την πανσπερμία του πράσινου (από το πλέον ανοιχτό μέχρι το πιο βαθύ τόνο του) των φύλλων της ελιάς καθώς τα χτυπάει ο ήλιος.

Και αυτή τη θέα δεν μπορεί να μου τη δώσει καμία αφίσσα πάνω στο λευκό τοίχο του γραφείου μου.

Δε με πειράζει που φέτος τα δέντρα δεν έδωσαν πολύ καρπό και που ο καρπός που έδωσαν δεν είχε με τη σειρά του να δώσει πολύ λάδι. Με πειράζει που για το λόγο αυτό δεν μπόρεσα να είμαι εκεί στα χωράφια (λιοστάσια στα μέρη μου στο Αγρίνιο, μουρελάκια στην Κρήτη) περισσότερες μέρες, για να κρατήσω όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες στο μυαλό μου.

Του χρόνου πάλι εκεί θα είμαι τέτοια εποχή...


Υ.Γ. και πόσο με εκνευρίζει που η μόδα σε κάποια σικ εστιατόρια προστάζει να έχουν μικρά ελαιόδεντρα σε γλάστρες (!!!!) ή που ακόμα χειρότερα να κάνουν "κηπουρική τέχνη" κλαδεύοντας ελιές και δίνοντας διάφορα σχήματα στα κακόμοιρα τα δέντρα. Το μεγαλείο της φύσης είναι η ελευθερία σε κάθε της έκφραση, βρε ηλίθιοι και άχρηστοι "καλλιτέχνες", και όχι τα καλούπια και τα οριοθετημένα σχήματα.